← Πίσω στο blog

Ποιες δερματικές παθήσεις «απειλούν” το παιδί στο σχολείο;

Δείτε όλα τα άρθρα του NowDoctor.gr

Γράφει η Ζωγράφω Τσίουμα – Δερματολόγος/Αφροδισιολόγος-Ομοιοπαθητικός

Κάποια δερματολογικά νοσήματα, που οφείλονται σε ιούς, παράσιτα ή μικρόβια απαντούν με μεγαλύτερη συχνότητα στην παιδική ηλικία και κατά τη διάρκεια της σχολικής περιόδου. Όταν υπάρχει συγχρωτισμός με τους συμμαθητές για πολλές ώρες καθώς επίσης και συμμετοχή σε διάφορες ομαδικές δραστηριότητες αυξάνουν και οι πιθανότητες για εμφάνιση μεταδοτικού δερματολογικού νοσήματος.

Τα παιδιά πολύ συχνά ανταλλάσσουν μεταξύ τους διάφορα προσωπικά τους αντικείμενα όπως σκουφάκια, καπέλα, μαξιλαράκια, χτένες, κοκαλάκια και κορδέλες για τα μαλλιά, ακουστικά κ.α. και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η μετάδοση λοιμώξεων από τον έναν στον άλλον. Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς πολύ σύντομα εμφανίζεται μια από τις πιο συνηθισμένες και επίμονες παρασιτώσεις –η φθειρίαση του τριχωτού της κεφαλής (ψείρες).

Οι ψείρες είναι έντομα πεπλατυσμένα, τα οποία δε διαθέτουν φτερά, έχουν τρία ζεύγη ποδιών, που καταλήγουν σε δαγκάνες, με αυτές προσκολλώνται και συγκρατούνται σταθερά στο δέρμα, στις τρίχες και στα ρούχα, αποτελούν υποχρεωτικά παράσιτα του ανθρώπου και τρέφονται απομυζώντας αίμα κάθε τρεις ώρες περίπου. Ζουν σχεδόν ένα μήνα και τα θηλυκά γεννούν 7-10 αυγά ημερησίως, αυτά είναι λευκά, σκληρά και ωοειδή και απαντούν στο στέλεχος των τριχών σε απόσταση 1-1,5cm από το δέρμα του τριχωτού.

Οι ψείρες της κεφαλής ανευρίσκονται συχνότερα στην ινιακή χώρα (αυχένας), η κατάσταση αρχικά μπορεί να είναι ασυμπτωματική αλλά γρήγορα και καθώς ο πληθυσμός του παρασίτου αυξάνει εμφανίζεται ήπιος κνησμός, που είναι εντονότερος τη νύχτα κατά τη σίτιση της φθείρας. Λόγω του ξεσμού δημιουργούνται εκδορές ,οι οποίες ενδέχεται να επιμολυνθούν, σπανιότερα παρατηρείται διόγκωση των επιχωρίων λεμφαδένων.

Η διάγνωση δεν είναι δύσκολη αλλά μερικές φορές απαιτούνται επανειλημμένες εξετάσεις. Συνήθως το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με τοπικά σκευάσματα και μόνο σε παραμελημένες περιπτώσεις όπου έχουμε συνοδό δευτεροπαθή λοίμωξη καταφεύγουμε στη συστηματική θεραπεία.

Ειδικότερα ενδείκνυνται:

-κρέμα περμεθρίνης 1% (ΝΙΧ) ή 5%-αποτελεί φάρμακο πρώτης εκλογής.

-shampoo, που περιέχουν lindane

-διάλυμα μαλαθείου 0,5%. Αποτελεί εξαιρετικό ωοκτόνο και φθειροκτόνο φάρμακο αλλά καταστέλλει τη δράση της χοληνεστεράσης, είναι εύφλεκτο και ιδιαιτέρως ερεθιστικό όταν εφαρμόζεται σε διαβρώσεις.

Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η φθειρίαση του τριχωτού της κεφαλής αποτελεί δυσεπίλυτο πρόβλημα λόγω της όλο και μεγαλύτερης αντίστασης του παρασίτου στα τοπικά φθειροκτόνα. Εναλλακτικά υπάρχουν αναφορές για επιτυχή τοπική εφαρμογή βαζελίνης, σιλικόνης, γέλης πετρελαίου, ελαιολάδου, ορυκτελαίων, μαγιονέζας στο τριχωτό. Οι ουσίες αυτές αν και δεν έχουν φθειροκτόνο δράση επιβραδύνουν τις κινήσεις των φθειρών και διευκολύνουν την απομάκρυνση των κονίδων από το στέλεχος της τρίχας. Επιπρόσθετα απαιτείται εφαρμογή μεγάλης ποσότητας μιας τέτοιας ουσίας αλλά και επανάληψη της θεραπείας μια φορά την εβδομάδα και για ένα μήνα από την πρώτη εφαρμογή, αφού τα αυγά της φθείρας δεν προσβάλλονται από την όλη διαδικασία.

Τέλος κατά την περίοδο της θεραπείας καλό είναι να εφαρμόζεται στο τριχωτό της κεφαλής διάλυμα οξικού οξέος (ξύδι) με νερό, σε αναλογία 1:2, το οποίο διευκολύνει την απομάκρυνση των φθειρών κατά το χτένισμα με το ειδικό χτενάκι.

Ένα άλλο κοινό και πολύ επίμονο νόσημα, που απαντά συχνά στο σχολείο αλλά και σε χώρους αθλητικών δραστηριοτήτων όπου όλοι περπατούν ξυπόλυτοι (πισίνες, κολυμβητήρια, γυμναστήρια) ή χρησιμοποιούν κοινόχρηστα αντικείμενα είναι οι μυρμηκιές, πρόκειται για ιογενές νόσημα, που οφείλεται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων-HPV.

Μυρμηκιές εμφανίζονται συνήθως στα χέρια, στα πέλματα, στο πρόσωπο –ομαλές μυρμηκιές.

Η μετάδοση γίνεται πολύ εύκολα με απλή επαφή και σε περιοχές όπου έχει προηγηθεί τραυματισμός και λύση της συνέχειας του δέρματος, ενώ στη συνέχεια μπορεί να έχουμε διασπορά με αυτοενοφθαλμισμό.

Ο χρόνος επώασης κυμαίνεται μεταξύ 2 και 9 μηνών. Κλινικά οι μυρμηκιές εμφανίζονται με τη μορφή ανώδυνων βλατίδων στο χρώμα του δέρματος ή πιο σκουρόχρωμες, συνήθως είναι ασυμπτωματικές με εξαίρεση εκείνες, που εντοπίζονται στα πέλματα. Οι πελματιαίες μυρμηκιές πολλές φορές είναι ιδιαιτέρως επώδυνες και δυσκολεύουν στο περπάτημα. Υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές επιλογές, ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι κάποιες φορές υποχωρούν αυτόματα-ιδιαίτερα στα παιδιά.

Πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιούνται τοπικά:

– Παρασκευάσματα σαλικυλικού οξέος (αλοιφές ή διαλύματα), που εφαρμόζονται τοπικά αυστηρά επάνω στην μυρμηκιά ενώ το γύρω υγιές δέρμα συνιστάται να προστατεύεται με βαζελίνη.

– Υγρό άζωτο-αποτελεσματική θεραπεία αλλά δυσάρεστη για τον ασθενή.

– Ηλεκτροκαυτηριασμός-διαθερμοπηξία. Πραγματοποιείται μετά από τοπική αναισθησία.

Άλλο δερματικό νόσημα, που οφείλεται επίσης σε ιό είναι η μολυσματική τέρμινθος.

Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι μετάδοσης είναι: Στενή επαφή ανάμεσα στα παιδιά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, πισίνες ,κολυμβητήρια, δημόσια λουτρά καθαρισμού κλπ. Οι βλάβες αναγνωρίζονται πολύ εύκολα. Πρόκειται για ασυμπτωματικές ομφαλωτές βλατίδες στο χρώμα του δέρματος, που εμφανίζονται συνήθως κατά ομάδες. Μετά από παρέλευση 15 ημερών έως 6 μηνών από τη μόλυνση παρουσιάζονται στα άκρα, στο πρόσωπο και στον κορμό και ιδιαίτερα σε παιδιά που πάσχουν από ατοπική δερματίτιδα, τα οποία εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στον ιό.

Η μολυσματική τέρμινθος καταρχήν αποτελεί αυτοιώμενη λοίμωξη του δέρματος και ενίοτε και των βλεννογόνων (στόμα, επιπεφυκότες). Ωστόσο επιβάλλεται η θεραπεία για να περιοριστεί ο κίνδυνος εξάπλωσης του ιού τόσο στο ίδιο όσο και σε άλλα άτομα. Η θεραπεία συνίσταται σε αφαίρεση των βλαβών και καταστροφή τους με ειδική χειρουργική λαβίδα. Ακολουθεί τοπική εφαρμογή αλκοολούχου διαλύματος βάμματος ιωδίου 2%.

Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν η κρυοθεραπεία , και η διαθερμοπηξία, ενώ εφαρμόζονται τοπικά είτε ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες όπως η ιμικουιμόδη 5% είτε κυτταροστατικές ουσίες όπως η ποδοφυλλίνη και η ποδοφυλοτοξίνη. Τα τελευταία χρόνια και ειδικά στα μικρά παιδιά εφαρμόζεται τοπικά υδατικό διάλυμα KOH 5%.

Tέλος το μολυσματικό κηρίο αποτελεί μια οξεία, μολυσματική άκρως μεταδοτική, βακτηριδιακή λοίμωξη του δέρματος που οφείλεται είτε στο χρυσίζοντα σταφυλόκκοκο είτε στο β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ή και στους δύο. Συχνά παρατηρούνται μικροεπιδημίες σε παιδικούς σταθμούς και δημοτικά σχολεία ενώ πιο ευάλωτα είναι τα παιδιά που πάσχουν από χρόνιες εκζεματικού τύπου δερματοπάθειες (ατοπική δερματίτιδα), μπορεί να έχει προηγηθεί δήγμα εντόμου στην περιοχή ή ακόμη και τραυματισμός.

Κλινικά οι βλάβες μπορεί να είναι εντοπισμένες ή διάχυτες και συνίστανται σε υγρές βλάβες, που ρύγνηνται και στη θέση τους εμφανίζεται εφελκίδα στο χρώμα του μελιού. Δεν υπάρχει ούτε πόνος ούτε κνησμός. Η νόσος αυτοπεριορίζεται συνήθως αλλά χωρίς θεραπεία ενδέχεται να εξαπλωθεί και να επιμείνει για εβδομάδες ή μήνες.

Η λοίμωξη όταν είναι εντοπισμένη αντιμετωπίζεται πολύ γρήγορα και εύκολα με τη χρήση τοπικών αντιβιοτικών ,ενώ όταν το πρόβλημα είναι εκτεταμένο ενδείκνυται συστηματική αντιβιοτική αγωγή για 7-10 ημέρες. Οι φαινομενικά ασήμαντες περιπτώσεις μολυσματικού κυρίου σε μικρά παιδιά μπορεί να οδηγήσουν σε βαρειές δευτεροπαθείς λοιμώξεις για αυτό χρειάζεται εγρήγορση.